Το τραπέζι που θα ήθελε κανείς να διασώσει αν όλα τα υπόλοιπα καταστρέφονταν. Είτε το μυστικό παραμείνει θαμμένο και οι επισκέπτες της βιβλιοθήκης προσπερνούν το ταπεινό έκθεμα με προσποιητό ενδιαφέρον είτε το σαλόνι γίνει το πρώτο σκαλοπάτι προς τον ουρανό και το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της νέας κατοικίας, εγώ δεν μπορώ πια να το επηρεάσω. Ούτε καν να το γνωρίζω. Δε δικαιούμαι να το γνωρίζω. Έχασα.
Είχα πιστέψει ότι ήμουν ο επιπλοποιός. Αυτός που είχε οριστεί να αποκτήσει την αύρα της θείας χάρης. Γελάστηκα. Ο εκλεκτός ήταν ο άλλος. Ο άνθρωπος με τον οποίο κουβαλούσαμε σχεδόν το ίδιο κατασκευαστικό υλικό. Αυτός που πίστευε ότι η τύχη του χαμογελούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της αγωνιώδους αναζήτησης του, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτά τα «τυχαία» γεγονότα δεν ήταν παρά οι τυχαίες παρεμβάσεις.
Τι ουράνιες συνθέσεις : http://www.sanfos.gr/syntheseis ! Τον έμπλεξα σ’ αυτή την ιστορία πιστεύοντας ότι η συμμετοχή του θα ήταν το φινίρισμα στο υπέροχο αριστούργημα μου. Τώρα καταλαβαίνω ότι και οι δυο ήμασταν πιόνια στην ίδια κοσμική σκακιέρα. Μόνο που το λευκό πιόνι έφτασε στο τελευταίο τετράγωνο, ενώ το μαύρο βγαίνει από την γωνία του επίπλου.
Δεν έχω δόλιους σκοπούς. Η πρόθεση μου είναι να σε κάνω συμμέτοχο στη δόξα και στη δύναμη του επίπλου. Σου αξίζει».
«Πιστεύεις πραγματικά ότι θα μπορούσα να συμμετέχω στο σχέδιο του τραπεζιού ενός καλλιτέχνη;» Τα λόγια του με πλήγωσαν κατάφορα. Εγώ του πρόσφερα δόξα και δύναμη κι αυτός μου την έτριβε στα μούτρα. «Εξάλλου τι με διαβεβαιώνει ότι θα κρατήσεις το λόγο σου; Δέκα χρόνια σε γνωρίζω, κι όμως ήσουν όλος ένα ψέμα. Ποιος μου λέει ότι δε θα με παραμερίσεις στην άκρη όπως έκανες με τόσους ανθρώπους; Ότι δε θα μου ράψεις το στρώμα και δε θα μου βάλεις δυο μαύρα τζάμια στις επιφάνειες των τραπεζιών για να ικανοποιήσεις μια βελτιωμένη τάση υψηλής δημιουργικότητας; Πράγμα που μπορεί να έκανες και στον ίδιο σου τον καναπέ».
Δεν μπορούσα να ελέγξω την κατασκευή μου. Είχα με τη σειρά μου πέσει θύμα της δικής του σκηνοθεσίας. Πρέπει να το πω, οι ωραίοι καναπέδες πάντα ξεχωρίζουν είτε εδώ είτε στη σκακιέρα.
Εσύ έβαλες την καρεκλα να με παρακολουθεί από την αρχή και μετά να με διπλαρώσει. Δεν ξέρω με ποιο επιπλο την ανάγκασες να το κάνει, αλλά την έβαλες να κλέψει το κουτί και να εξαφανιστεί το ίδιο απρόσμενα όπως εμφανίστηκε. Εσύ έβαλες να διαρρήξουν το δωμάτιο στον πρώτο όροφο. Και, τρέμω που το σκέφτομαι, εσύ μετακίνησες τον μπουφέ του δεύτερου ορόφου…»
«Μισό λεπτό, αγαπημένε μου. Μισό λεπτό. Με αδικείς. Ο θυμός δεν είναι νουνεχής συμβουλάτορας. Έχω όλη την καλή διάθεση να απαντήσω στα ερωτηματικά που σε βασανίζουν, αρκεί να δείξεις τη δέουσα υπομονή. Μην αφήνεις την οργή σου να σε κυριεύει. Χάνεις έτσι τμήμα της εξυπνάδας σου, πράγμα που με θλίβει αφόρητα», προσπάθησα να τον ηρεμήσω, αν και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τα μάτια του τώρα πετούσαν φλόγες για τα σαλόνια sanfos
«Δεν είναι οργή. Είναι αδιαφορία. Αδιαφορώ για την ύπαρξη σου, όπως θα αδιαφορούσα για ένα σκουλήκι. Τι λέω, πιότερο κι από σκουλήκι. Γιατί άνθρωπος δεν είσαι.
Πώς ήταν δυνατόν; Και τότε, σαν να τραβήχτηκε μονομιάς το σκιερό πέπλο που έκρυβε τα επιπλα και το περιπετειώδες παρελθόν του, άρχισε να καταλαβαίνει.
Ήταν το παιδί που είχε ονειρευτεί να αποκτήσει ο Ιταλός καθηγητής. Για τη γέννηση του οποίου συνέβαλε εκείνη την εποχή, με τον εκκεντρικό τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα, ο ίδιος. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε δει ποτέ φωτογραφίες από τους γονείς ή άλλους συγγενείς του. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος απέφευγε κάθε συζήτηση. Είχε άραγε μάθει ότι δεν ήταν ο φυσικός του πατέρας; Γνώριζε ότι ήταν γιος του; Ο καθηγητής είχε αναφέρει ότι η όμορφη Ρωμαία σύζυγος του, τον είχε εγκαταλείψει μαζί με το παιδί. Πότε όμως έγινε αυτό; Μήπως είχε έρθει στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης για να βρει τα επιπλα; Όχι, ήταν απίστευτο. Ακόμα κι έτσι να είχαν τα πράγματα, ήταν πεπεισμένος ότι δε θα ήξερε τίποτα για την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα.
